αργιπόδης

ἀργιπόδης, ο (Α)
αυτός που έχει λευκά πόδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αργι -* + -πόδης < πους, ποδός (πρβλ. ωκυπόδης, αιγοπόδης κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀργιπόδαν — ἀργιπόδᾱν , ἀργιπόδης masc acc sg (epic doric aeolic) ἀργιπόδης masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αργι- — με τη μορφή αργι εμφανίζεται ως α συνθετικό αρχαίων σύνθετων λέξεων το ομηρ. επίθετο αργός* (Ι), κυρίως με τη σημασία «στιλπνός, λαμπρός» (πρβλ. αργικέραυνος) αλλά και με τη σημασία «ταχύς, γρήγορος» (πρβλ. αργίπους). Εντύπωση στη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

  • δίποδης — δίποδης, ο (Α) αυτός που έχει μήκος ή πλάτος δύο ποδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι * + πόδης < πους, ποδός (πρβλ. αργιπόδης, ωκυπόδης)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.